1 Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
2 Απ´ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα
ανδρειωμ&#
941;νη,
χαίρε, ω χαίρε,
Ελευθερι&#
940;!
3 Εκεί μέσα
εκατοικο&#
973;σες
πικραμέν&#
951;,
εντροπαλ&#
942;,
κι ένα στόμα
ακαρτερο&#
973;σες,
"έλα πάλι", να σου πεί.
4 Άργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά ´σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5 Δυστυχής!
Παρηγορί&#
945;
μόνη σού έμενε να λές
περασμέν&#
945; μεγαλεία
και
διηγώντα&#
962; τα να κλαις.
6 Και
ακαρτέρε&#
953; και
ακαρτέρε&#
953;
φιλελεύθ&#
949;ρη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ´ άλλο χέρι
από την
απελπισι&#
940;.
7 Κι έλεες: "Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ´ ερμιές;".
Και
αποκρίνο&#
957;το από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.
8 Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ´ αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.
9 Με τα ρούχα
αιματωμέ&#
957;α
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.
10 Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθε&#
962; μοναχή
δεν είν´ εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες
κουρταλε&#
943;.
11 Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ´ ανάσαση καμμιά
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.
12 Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού
εχαίροντ&#
959; πολύ,
"σύρε νά ´βρεις τα παιδιά σου,
σύρε", έλεγαν οι σκληροί.
13 Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και
ολογλήγο&#
961;ο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.
14
Ταπεινότ&#
945;τη σου γέρνει
η
τρισάθλι&#
945; κεφαλή,
σαν πτωχού που
θυροδέρν&#
949;ι
κι είναι βάρος του η ζωή.
15 Ναι, αλλά τώρα
αντιπαλε&#
973;ει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού
ακατάπαυ&#
963;τα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.
16 Απ´ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα
ανδρειωμ&#
941;νη,
χαίρε, ω χαίρε,
Ελευθερι&#
940;!
17 Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ´ εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ´ άνθια και καρπούς,
18
εγαλήνεψ&#
949; και εχύθει
καταχθόν&#
953;α μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκρ&#
945;χτη η φωνή.
19 Όλοι οι τόποι σου σ´ εκράξαν
χαιρετών&#
964;ας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα
αισθάνετ&#
959; η καρδιά.
20
Εφωνάξαν&#
949; ως τ´ αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι
εσηκώσαν&#
949; τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,
21 μ´ όλον πού ´ναι
αλυσωμέν&#
959;
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: "Ψεύτρα
Ελευθερι&#
940;".
22
Γκαρδιακ&#
940;
χαροποιή&#
952;ει
και του
Βάσιγκτο&#
957; η γη,
και τα σίδερα
ενθυμήθε&#
953;
που την έδεναν κι αυτή.
23 Απ´ τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.
24
Ελαφιάσθ&#
951; της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ´ άκρα της Ρουσίας
τα
μουγκρίσ&#
956;ατα τσ´ οργής.
25 Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν´ δυνατά
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια
σπιθόβολ&#
951; ματιά.
26 Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού
27 και σ´ εσέ
καταγυρμ&#
941;νος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ´ έκρωζ´ ο
σκασμένο&#
962;,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.
28 Άλλο εσύ δεν
συλλογιέ&#
963;αι
πάρεξ που θα πρωτοπάς
δεν μιλείς και δεν
κουνιέσα&#
953;
στες βρισιές οπού αγρικάς
29 σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβ&#
951;στον αφρό